
Η Άρρα (της Λίμνης – όπως την φωνάζουν ενάντια στην θέλησή της) είναι ένα νεαρό κορίτσι που αγαπά το Μεγάλο Δάσσος που ονομάζει σπίτι. Είναι το δικό της Δάσσος. Αλλά το Δάσσος της πεθαίνει, μετατρεπόμενο στο επίφοβο Σκοτεινό Δάσος και τα δάκρυά της χαράζουν ένα πικρό, παγωμένο μονοπάτι για αυτήν…
Rated: Fiction T - Greek - Fantasy/Sci-Fi - Chapters: 23 - Words: 19,231 - Updated: 02-15-13 - Published: 01-24-13 - id: 3094987
|
|
A+ A- |
23. "Η σκιά της Υρέν"
Η Αλέννϊεφ κοιτά την Άρρα που δεν έχει αγγίξει ακόμη το πιάτο της. Η απαλή πορφυρή λάμψη της Λύρας φωτίζει τα κοντά καφέξανθα μαλλιά της, κοντά από εκείνη την ημέρα που έπεσε η Λευκή Πόλη, το κόσμημα του μεγάλου ιερού ποταμού Αϋρρυϊννύ, η ελπίδα του κόσμου ότι θα συνεχίσει να πολεμά για την ελευθερία, όπως την είχε αποκαλέσει κάποτε μία γυναίκα, η Υρέν, που ήταν η δασκάλα της όταν ήταν μικρή, μα που τώρα είναι νεκρή.
Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει έχει βρεθεί λίγα μόλις βήματα μακρυά από την Άρρα της Λίμνης. Αισθάνεται τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Κοκκινίζει εύκολα, το γνωρίζει αυτό. Θέλει να μιλήσει μαζί της. Θέλει τόσο πολύ! Είναι ο ένας από τους δύο λόγους που αποφάσισε να πραγματοποιήσει αυτό το ταξείδι. Ο άλλος λόγος… Είναι πιο προσωπικός. Δεν τον έχει συνειδητοποιήσει ακριβώς. Είναι μία ακαταμάχητη εσωτερική παρόρμηση να δει τον κόσμο πέρα από τα γνωστά της λειβάδια… Ξεροκαταπίνει και με γενναιότητα ανασηκώνεται και διασχίζει τα δύο βήματα που ως άβυσσος την χώριζαν από την Άρρα της Λίμνης.
"Άρρα… Θέλω να σου μιλήσω…" λέει.
Η Άρρα στρέφει απορημένη τα σκοτεινιασμένα της μάτια προς την νεαρή ξωτική.
…
"Εμ… Η Υρέν… Θέλω να μου πεις για την Υρέν και εκείνη την ημέρα που…"
…
"Που…"
"Που πέθανε. Ναι…" μουρμουρίζει θλιμμένα η Άρρα.
Η Αλέννϊεφ ξεροκαταπίνει ξανά.
"Πώς πέθανε;"
"Σου έχουν πει, είμαι βέβαιη."
"Όχι εσύ όμως, όχι εσύ που ήσουν εκεί."
Η Άρρα αποστρέφει το βλέμμα της.
Γιατί πρέπει να ξαναφέρω στην μνήμη μου εκείνες τις στιγμές; Εκείνες τις στιγμές που ήμουν μόνη με εκείνα τα κενά κεχριμπαρένια μάτια…
Το πρόσωπο της Αλέννϊεφ έχει γίνει σαν ανοιξιάτικη παπαρούνα.
"Συγνώμη…" ψελλίζει και επιχειρεί να ανασηκωθεί, μα η Άρρα την εμποδίζει κρατώντας της το χέρι.
"Πέθανε θλιμμένη που δεν μπορούσε να κάνει περισσότερα. Πέθανε θλιμμένη που θυσίαζε την ζωή της χωρίς να σώσει ότι πέθανε εκείνη την ημέρα. Πέθανε θλιμμένη που θυσίαζε την ζωή της χωρίς να σώσει ότι πέθανε ποτέ."
"Ω…"
Μία ψυχρή αύρα που μοιάζει να βγαίνει από την ψυχή της Άρρας πλημμυρίζει την Αλέννϊεφ.
"Θα μπορούσαμε να είχαμε υποστεί πολύ περισσότερες απώλειες εκείνη την ημέρα αν η Υρέν δεν είχε υψώσει τις μαγικές της ασπίδες…" λέει η Άρρα "…όμως αν και ήξερε ότι δεν ήταν αρκετές και πως έκανε ότι μπορούσε, ήταν θλιμμένη που δεν μπορούσε να κάνει περισσότερα με την μεγάλη μαγική της δύναμη."
Η Αλέννϊεφ κοιτά την Σεννεάλ που αστειευόταν με τον Ινασσάρ, την Ιεφφέρ που χάιδευε τα πράσινα μαλλιά της ρουσάλκας που είχε επιτεθεί στον Paju νωρίτερα και τώρα κοιμόταν σαν παιδί μισή στην αγκαλιά της μαθητευόμενης ιέρειας και μισή στο μικροσκοπικό της ρυάκι και την υψηλή ιέρεια Ίρυαν που συζητούσε χαμηλόφωνα με τον Paju.
"Την αγαπούσες πολύ, ε;"
Ένα δάκρυ κυλά στο μάγουλο της Αλέννϊεφ καθώς γνέφει καταφατικά και η Άρρα απομένει σιωπηλή.
"Τα τελευταία της λόγια ήταν λόγια θλιβερής ήττας, μα όχι λόγια παραίτησης. Και… Λυπάμαι πολύ που την έχασες… Ήταν και δική μου φίλη."
Η Αλέννϊεφ νοιώθει τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της και αγκαλιάζει την Άρρα που αρχικά ξαφνιάζεται, αλλά ύστερα προσπαθεί να την καθησυχάσει κοιτώντας με ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα τον Paju. Ο Paju την κοιτά και αυτός, όπως επίσης και η Ίρυαν, η Σεννεάλ, ο Ινασσάρ και η Ιεφφέρ.
|
||||||