Όχι και τόσο ευχάριστο

Πρόλογος

Το δεκατετράχρονο αγόρι μόλις είχε τελειώσει μια βραδινή βόλτα στο δάσος. Ανέβηκε τον χαμηλό λόφο, που οδηγούσε στη νότια μεριά του κάστρου. Προχώρησε μέσα στην αυλή, παρατηρώντας τα φώτα που φαινόταν από τα κοντινά παράθυρα. Οι φιγούρες από μέσα φαινόταν ζωντανές, σαν να διασκέδαζαν.

Κοίταξε γύρω του. Τα άλογα των αμαξών κοιμόταν, ακόμα δεμένα στις πολυτελείς άμαξες. Κανένας δεν φαινόταν έξω στην αυλή. Ή σχεδόν κανένας.

Μια μικρόσωμη κοπέλα φάνηκε να βγαίνει από την πόρτα του πύργου τρεκλίζοντας. Το αγόρι πλησίασε απορημένα. Από τις κατακόκκινες μπούκλες κατάλαβε πως αυτό το κορίτσι ήταν η αδερφή του.

Ανήσυχο, το αγόρι πλησίασε περισσότερο. Το κορίτσι έκλεγε και το δεξί μανίκι της ήταν βαμμένο με αίμα.

«Ποιος σου το έκανε αυτό;» ρώτησε το αγόρι. Η αδερφή του δεν απάντησε, μόνο συνέχισε να κλαίει. «Ποιος;» επέμεινε.

Το κορίτσι ανάμεσα στους λυγμούς, ψιθύρισε ένα όνομα, παρακάλεσε τον αδερφό της να μην πει τίποτα σε κανένα και λυποθύμισε.

Μέρος Α'

Cachtice, Βόρεια Ουγγαρία 1656, κάστρο Cachtice

Κεφάλαιο 1

Εκτός εαυτού, έσκισα με δύναμη τη σελίδα.

Κοίταξα γύρω μου. Καθόμουν στο βόρειο τμήμα του κάστρου, στηριγμένη σε μια κολώνα. Παρατήρησα το τοπίο του δάσους Cachtice. Τα δέντρα είχαν αρχίσει να βγάζουν λουλούδια και η μυρωδιά πλανιόταν στον αέρα.

Από το μέρος που είχα αποφασίσει να περάσω το απόγευμα, φαινόταν το μικρό χωριό που τόσο είχα επιθυμήσει να δω, χωρίς να γίνω το επίκεντρο της προσοχής, και όχι με τον καλό τρόπο.

«Μπεθ!» άκουσα μια φωνή. Γύρισα και είδα την Τερέζα, τη δεκατριάχρονη αδερφή μου. Φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα και τα ξανθά μαλλιά της ήταν λυτά.

«Ναι;» τη ρώτησα. Παρατήρησα πως δεν φορούσε τίποτα μαύρο. Γι' αυτήν η εποχή πένθους για τη μητέρα είχε τελειώσει.

«Ο πατέρας ζητάει να παίξεις σκάκι μαζί του. απάντησε αυτή. Μετά με κοίταξε με πονηρό βλέμμα. «Πάλι ημερολόγιο γράφεις;»

Αποφάσισα να μην απαντήσω. Της είχα πει επανελημένα πως δεν ήταν ημερολόγιο, μα ένα βιβλίο. Για την αθώωση της Ελίζαμπεθ Μπάθορι.

Δεν ξέρω γιατί διάλεξα αυτό το θέμα. Μπορεί γιατί έχω βαρεθεί να ακούω να λένε πως ήταν δολοφόνος, μάγισσα και δαίμονας. Ή, πως ως συνονόματη, ήμουν κι εγώ κάτι από τα παραπάνω, λες και το όνομα κάποιου ήταν αρκετό για να κατηγορείται και να αδικείται. Μπορεί απλώς να ήθελα κάτι να ασχολούμαι και αφού μένω σε αυτό το κάστρο και πως αυτή η δολοφόνος ήταν γιαγιά μου, είχα αρκετές πληροφορίες για να αναπτύξω αυτό το όχι και τόσο ευχάριστο θέμα.

Βιαστική, πέρασα δίπλα από την αδερφή και μπήκα μέσα στο κάστρο. Κατευθύνθηκα προς την κάμαρά μου και κλείδωσα το τετράδιο στο συρτάρι του κομοδίνου. Πριν φύγω έριξα μια ματιά στο δωμάτιό μου.

Το κρεβάτι ήταν ξέστρωτο, ενώ η τουαλέτα είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα. Αποφάσισα να μη χαλάσω το χρόνο μου τακτοποιώντας κάτι που θα ξαναγύριζε σε αυτή την κατάσταση σε λίγες ώρες. Έτσι κι αλλιώς, ποιος θα το έβλεπε; Έτσι, έκλεισα την πόρτα και πήγα στο σαλόνι που με περίμενε ο πατέρας.

Αν και ευρύχωρο, το συγκεκριμένο σαλόνι χρησίμευε μόνο για να παίζψ σκάκι με τον πατέρα. Ήταν μεγάλο, με άσπρους τοίχους και τεράστια παράθυρα, που φώτιζαν το χώρο. Υπήρχαν λευκοί καναπέδες και πολυθρόνες που χρόνια είχε να κάτσει κάποιος πάνω και ένα τζάκι στην άκρη του δωματίου το οποίο δεν θυμάμαι να έχω δει ποτέ αναμμένο, Ο πατέρας είχε μετακινήσει μια πολυθρόνα και είχε βάλει μπροστά της ένα ξύλινο μικρό τραπέζι. Από την άλλη, έστεκε ένα άσπρο σκαμπό που είχα διαλέξει πριν χρόνια για να κάθομαι και από τότε κανείς δεν το είχε μετακινήσει.

Ο πατέρας μού χαμογέλασε. Με κοιτούσε, για κάποιο περίεργο λόγο, με οίκτο. Είχε ανοίξει τη σκακιέρα και με περίμενε.

«Ελίζαμπεθ, σήμερα πιστεύω πως θα σε κερδίσω.» είπε μισοαστεία μισοσοβαρά. Αν και αυτό δικαιολογούσε το παράξενο βλέμμα του, δεν πειστικά πως σε αυτόν οφειλόταν ο οίκτος. Αντί να του απαντήσω, χαμογέλασα και αρχίσαμε να παίζουμε.

Μετά από αρκετή ώρα, το ρολόι χτύπησε. Είχε πάει κιόλας έξι. Ετοιμάστηκα να σηκωθώ, μα ο πατέρας με σταμάτησε. Ήθελα να τελειώσουμε την παρτίδα. Λίγα λεπτά αργότερα είχαμε καταλήξει σε ρουά- ματ υπέρ μου και ο πατέρας αναγκάστηκε να υποχωρήσει.

«Ειλικρινά Ελίζαμπεθ, πως το κάνεις αυτό;» με ρώτησε. «Δεν με έχεις αφήσει να κερδίσω ούτε μια παρτίδα. Ποτέ»

Γέλασα. «Απλώς είμαι τυχερή. Μα πατέρα, πιστεύω πως πρέπει να δώσετε περισσότερη έμφαση στο παιχνίδι» του απάντησα απλά, πριν σηκωθώ από την πολυθρόνα και πάμε για βραδινό.

Στο γεύμα, ο πατέρας μας ανακοίνωσε πως σε μια εβδομάδα ο Εμάνουελ Ντομότορ, στον οποίο είχε λογοδοτήσει την Τερέζα λίγους μήνες πριν, θα μας επισκεπτόταν σε μια εβδομάδα για να αποφασίσουν την ημερομηνία του γάμου.

Κοίταξα τον μεγαλύτερο αδερφό μου, τον Φρέντερικ. Είχε στυλώσει το βλέμμα του πάνω μου. Γύρισα προς την Τερέζα με ένα ψεύτικο χαμόγελο για να μη ν προλάβει να δει την αμηχανία μου.

Είναι περιττό να πω πως αυτό χαροποίησε την αδερφή. Δεν πρόλαβα να τελειώσω το γεύμα μου όταν με πήγε στο δωμάτιό της να διαλέξουμε το φόρεμά της.

Τα ρούχα της ήταν πολύ διαφορετική από την δικιά μου. Εγώ είχα απλώς διάφορα μακριά σκουρόχρωμα φορέματα και οι τουαλέτες ήταν μηδαμινές, ενώ τα φορέματα της Τερέζας ποίκιλλαν σε μέγεθος, χρώμα, ύφασμα και μάκρος. Τελικά διαλέξαμε μια ανοιχτόχρωμη ροζ τουαλέτα. Της χτένισα τα μαλλιά αφήνοντας δυο λεπτές τούφες κάτω και πιάνοντας τα υπόλοιπα σε ψιλό κότσο, τονίζοντας το σχήμα του προσώπου της. Ήταν ειλικρινά πανέμορφη.

«Λοιπόν» με ρώτησε η Τερέζα, ενώ τακτοποιούσα τα ρούχα πίσω στο μπαούλο «πώς λες να είναι;»

Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος, με δεν το έδειξα. «Ποιος;» τη ρώτησα κάνοντας της αδιάφορη.

«Ο Εμάνουελ!» αναφώνησε με ένα χαμόγελο να φωτίζει τα μάτια της. Εγώ αναστέναξα.

«Για να είμαι ειλικρινής, ξέρω πως είναι.» απάντησα ενώ προσποιόμουνα την αθώα.

«Ξέρεις πως είναι;» ρώτησε απορημένη. Δυστυχώς…

«Ναι, μας είχαν επισκεφθεί μια φορά. Ήσουνα μικρή.» απάντησα.

Η Τερέζα αναστέναξε. Είδα την απογοήτευση στα μάτια της. «Να σου πω;» την επανέφερα στο θέμα. Το πρόσωπό της έλαμψε και πήγε να συμφωνήσει, μα κάποιος χτύπησε την πόρτα.

Ήταν η Σεσύλια, η γυναίκα του Φρέντερικ. Είχε διαλέξει ένα μακρυμάνικο λιλά φόρεμα που πήγαινε τέλεια με το παρουσιαστικό της.

«Ο Φρέντερικ με τον Ιβάν θα κάνουν μια βόλτα στο δάσος. Θέλετε να συνοδεύσουμε;» μας ρώτησε. Συμφωνήσαμε με ένα νεύμα και την ακολουθήσαμε ως την εξώπορτα όπου μας περίμεναν ο Ιβάν, ο δεκάχρονος αδερφός μου, μαζί με την κουβερνάντα του, την Ιρίνα και τον Φρέντερικ.

Τελικά ο πατέρας μας συνόδευσε κι αυτός. Σε ολόκληρη τη διαδρομή, ο Φρέντερικ μιλούσε με τον Ιβάν, λογικά για να τον πληροφορήσει για το γάμο της Τερέζας. Η Σεσύλια πάλι ενημέρωνε την Τερέζα για το τι πρέπει να κάνει. Εγώ με τον πατέρα με την Ιρίνα περπατούσαμε πίσω, αμίλητοι.

Στο δάσος είχε επικρατήσει η ησυχία. Δεν μπορούσα να διακρίνω καμιά μορφή ζωής. Τα δέντρα είχαν αρχίσει να γίνονται τόσο πυκνά που είχαμε αναγκαστεί λίγα χρόνια πριν να φτιάξουμε ένα δρομάκι από χαλίκια για να περνάμε από κει στους περιπάτους. Ο Ιβάν είχε αρχίσει να κλοτσάει μικρές πέτρες και αυτές κατρακυλούσαν πολλά μέτρα μακριά λόγω της κατηφόρας.

Ο Φρέντερικ μπροστά μου είχε απορροφηθεί με τη συζήτηση με τον Ιβάν. Τα ξανθά

«Ελίζαμπεθ;» με ρώτησε μετά από λίγη ώρα ο πατέρας.

«Ναι;» μουρμούρισα, χωρίς να έχω όρεξη για κουβέντα.

«Είναι τα γενέθλιά σου αύριο.» μου είπε, λες και υπήρχε περίπτωση να το ξεχάσω.

«Μμ…» είπα εγώ παροτρύνοντας τον να συνεχίσει.

«Πέρασαν κιόλας δεκαεννέα χρόνια…» αναπόλησε, πιο πολύ μιλώντας στον εαυτό του. «Και δεν έχω παντρευτεί ακόμα» συμπλήρωσα από μέσα μου.

Μείναμε για αρκετή ώρα σιωπηλοί. Άκουγα τους τρομακτικούς ήχους από τότε. Ήθελα να τσιρίξω για να φύγουν ή έστω να σταματήσουν να ακούγονται. Έλπιζα να βυθιστώ στο σκοτάδι για να μην μπορώ να δω τις σκηνές που ήθελα να ξεχάσω.

Επιβράδυνα. Η συναισθηματική φόρτωση με έκανε να περπατήσω. Ήμουν εξωθενομένη. Οι υπόλοιποι προχωρούσαν ενώ εγώ με δυσκολία έκανα ένα βήμα. Ο πατέρας, είχε αρχίσει να μιλάει με την Ιρίνα, οπότε δεν θα καταλάβαινε την απουσία μου αν έφευγα.

Μαζεύοντας όλες τις δυνάμεις που μου είχαν απομείνει και οπισθοχώρησα απότομα. Για λίγα λεπτά δεν άκουγα τίποτα και κανέναν. Μόνο προχωρούσα προς το κάστρο. Ένοιωθα να πεθαίνω σε κάθε βήμα, μα με κρατούσε ζωντανή η ιδέας πως πλησίαζα.

Κάποια στιγμή ένα χέρι ακούμπησε τον ώμο μου. Γύρισα. Ήταν ο Φρέντερικ.

«Μπεθ; Τι…» άρχισε να λέει, μα εγώ ξέσπασα στο κλάμα, κρύβοντας το πρόσωπό μου με τις παλάμες ,ου. Ο Φρέντερικ ξαφνιάστηκε και για να με παρηγορήσει, με αγκάλιασε. Μείναμε έτσι για λίγο, εγώ να κλαίω στην αγκαλιά του αδερφού μου. Μετά από λίγο με άφησε και έβγαλε από την τσέπη μου ένα μαντίλι.

«Μπεθ είσαι σίγουρη πως μπορείς να ξαναδείς τον Εμάνουελ; Μπορώ να μιλήσω στον πατέρα και να αναβάλλει τη συνάντηση.» είπε

«Δε νομίζω πως θα αλλάξει κάτι. Έχουν περάσει οκτώ χρόνια.» απάντησα εγώ ενώ σκούπιζα τα δάκριά μου με το μαντίλι. Αυτός αναστέναξε.

«Είμαι τελείως ηλίθιος. Δεν μπορώ να αφήσω την Τερέζα στα χέρια αυτού του…του…» μονολόγησε.

«Όχι!» αναφώνησα.

«Τι εννοείς;» απόρησε αυτός, ακόμα θυμωμένος.

«Ο Εμάνουελ δεν θα πειράξει την Τερέζα .Αυτό που έγινε ήταν δικό μου λάθος, η Τερέζα δεν θα πάθει τίποτα.» είπα εγώ, προσπαθώντας να τον μεταπείσω.

Ο Φρέντερικ με κοιτούσε αναποφάσιστος. «Σε παρακαλώ» μουρμούρισα.

«Δεν…» άρχισε.

«Φρέντερικ σου ορκίζομαι δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση.» ξαναείπα. Ακολούθησαν ακόμα μερικές στιγμές σιωπής, καθώς ο Φρέντερικ προσπαθούσε να αποφασίσει.

«Πολύ καλά.» είπε τελικά απρόθυμα. Εγώ χαμογέλασα.

«Μπεθ!» άκουσα κάποιον να φωνάζει. Γυρίσαμε και οι δύο. Ήταν η Ιρίνα. Είχε ανησυχήσει φαίνεται. ΄Ηρθε κοντά μας και με αγκάλιασε. Με παρηγορούσε, μα εγώ ξανάρχισα να κλαίω και δεν άκουγα τίποτα.

Η Ιρίνα με συνόδευσε στο κάστρο, ενώ ο Φρέντερικ επέστρεψε στους υπόλοιπους, οι οποίοι είχαν σταματήσει κάμποσα μέτρα πιο κάτω.

Από τότε μέχρι την επόμενη μέρα το πρωί δεν θυμάμαι τίποτα καθαρά. Μόνο πως όλη την νύχτα έκλαιγα στο δωμάτιό μου, θέλοντας να ξεφύγω από όλους και όλα.

Κεφάλαιο 2

Ξύπνησα και το φως το υ ήλιου με τύφλωνε. Τα μάτια μου έτσουζαν και ένοιωθα σαν να είχα περπατήσει χιλιάδες χιλιόμετρα με παραδόξως, ένοιωθα πολύ καλύτερα. Το μυαλό μου ήταν κενό.

Όταν μπόρεσα να ανοίξω τα μάτια μου κοίταξα κατευθείαν τον καθρέπτη απέναντι. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα, οι κόκκινες μπούκλες των μαλλιών μου ήταν αχτένιστες και ανακατεμένες και το δέρμα μου ήταν πιο χλωμό απ' ότι συνήθως.

Σηκώθηκα αργά και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Αφού γέμισα τη μπανιέρα με ζεστό νερό, ξεντύθηκα και μπήκα μέσα.

Για λίγη ώρα ήμουν χαλαρή, μπορώ να πω και ευτυχισμένη. Όμως, κάποια στιγμή άκουσα τη φωνή του να μου μιλάει αποτρόπαια σκληρά και άδικα, να με ταπεινώνει. Βύθισα το κεφάλι μου στο νερό και ευτυχώς, η φωνή του σταμάτησε να αντηχεί στο μυαλό μου. Όμως η καλή διάθεση που είχα πριν λίγο είχε εξαφανιστεί ημέρας και πως τα λόγια του θα με στοίχειωναν τουλάχιστον μέχρι το τέλος της ημέρας.

Άκεφη βγήκα από τη μπανιέρα και σκούπισα το σώμα και τα μαλλιά μου και βγήκα από το μπάνιο. Άνοιξα το ξύλινο μπαούλο δίπλα από την πόρτα και φόρεσα ένα μαύρο μεταξωτό φόρεμα. Μετά, κάθισα στην τουαλέτα και άρχισα να χτενίζω τα μαλλιά μου.

Μάγισσα! Τον άκουσα να μου λέει.

Κούνησα μηχανικά το κεφάλι μου, διώχνοντας τη σκέψη μακριά. Δεν έπρεπε να το σκέφτομαι. Το όφειλα στον εαυτό μου.

Παράτησα μισοχτενισμένα τα μαλλιά μου και βγήκα από το δωμάτιο με μεγάλα βήματα. Ο διάδρομος, στρωμένος με σκούρο κόκκινο χαλί ήταν ήσυχος. Η πόρτα την Τερέζας, απέναντι ακριβώς από τη δικιά μου, ήταν ορθάνοικτη. Διστακτικά μπήκα μέσα για να καταλάβω πως δεν ήταν κανείς μέσα. Λογικά θα είχε κατέβει για πρωινό. Η πόρτα του Ιβάν, δίπλα από το δωμάτιο της αδερφής μου, ήταν κλειστή. Αποφάσισα να μην μπω μέσα. Δεν θα είχε ξυπνήσει ακόμα. Προχώρησα λίγο, ώσπου να συναντήσω τα δωμάτια του πατέρα και του Φρέντερικ και της Σεσύλια. Και οι δύο πόρτες ήταν ανοικτές και μέσα μερικές υπηρέτριες τακτοποιούσαν. Αφουγκράστηκα, μα άκουσα μόνο τη σιωπή. Κανένας δεν ήταν στο επάνω όροφο, φαίνεται.

Κατέβηκα τις πέτρινες σκάλες και κατευθύνθηκα προς το σαλόνι. Η διπλή πόρτα του ήταν μισάνοικτη. Μέσα, ο πατέρας διάβαζε ένα μεγάλο βιβλίο με πράσινο εξώφυλλο καθισμένος στην κίτρινη πολυθρόνα, ενώ ο Φρέντερικ κοιτούσε έξω από το κλειστό παράθυρο. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του. Μόλις μπήκα και οι δύο με κοίταξαν και χαμογέλασαν.

«Καλημέρα Ελίζαμπεθ» είπε ο πατέρας. «Χρόνια πολλά!»συμπλήρωσε.

«Σας ευχαριστώ πολύ πατέρα.» απάντησα και χαμογέλασα κι εγώ. Ο Φρέντερικ μου ευχήθηκε κι αυτός και μου έκανε νόημα να πάω κοντά του στο παράθυρο.

Ψιθυριστά ακολούθησε η χτεσινή συζήτηση. Τελικά, μετά από χιλιάδες βεβαιώσεις πως η Τερέζα δεν κίνδυνε και ότι εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα να έρθουν εδώ οι Ντομότορ, ο Φρέντερικ φάνηκε πως πείστηκε. Στη συνέχεια κάθισε δίπλα στον πατέρα για να συζητήσουν για πολιτικά ζητήματα, ενώ εγώ πείρα το πρωινό μου στην τραπεζαρία.

Αφού τελείωσα το γεύμα, γύρισα στην κρεβατοκάμαρα και πήρα το βιβλίο μου. Κάθισα στη βιβλιοθήκη για να γράψω λίγο.

Κοίταξα γύρω μου, για να εξετάσω λίγο το μέρος. Είχα καθίσει σε ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι κοντά στα ράφια με βιβλία Ιστορίας, όπου συνήθως καθόταν ο Ιβάν και μελετούσε. Όλα τα ράφια ήταν γεμάτα βιβλία, από τα οποία ζήτημα αν χρησιμοποιούσαμε το ένα τρίτο τους. Απέναντί μου, η πόρτα της βιβλιοθήκης ήταν κλειστή. Αναστέναξα και προσπάθησα να γράψω.

Όμως, αυτή η ιστορία με στοίχειωνε. Δεν μου άρεσε το περιεχόμενο, το ύφος, τίποτα. Αναθεώρησα το θέμα και προσπάθησα να το κάνω λιγότερο τραβηγμένο. Ωστόσο, μετά από λίγο κατάλαβα πως το βιβλίο δεν είχε νόημα ∙ Η Ελίζαμπεθ Μπάθορι, δεν ήταν αθώα, δεν μπορούσε ποτέ να ήταν. Ήταν ανώφελο να συνεχίσω να ασχολούμαι.

Έκοψα όλες τις χειρόγραφες σελίδες του βιβλίου και τοις έσκισα σε μικρά κομμάτια. Αυτό με βοήθησε να σταματήσω το ανεξήγητο θυμό που είχα μέσα μου. Όταν και η τελευταία σελίδα κόπηκε, σηκώθηκα και πήγα προς το παράθυρο. Απ΄ έξω, είδα την Τερέζα με τη Σεσύλια να κάνουν βόλτες στον κήπο. Της παρατήρησα για λίγο, μέχρι περιμένοντας να μπουν μέσα. Όταν τελικά το έκαναν, εγώ άνοιξα το παράθυρο. Με χτύπησε δυνατός αέρας .Τα κλαδιά των δέντρων κουνιόταν με μανία μπρος τον ανελέητο άνεμο. Από κάτω, ακούστηκε η φωνή της Τερέζα να παραπονιέται για τον αέρα.

Γύρισα στο τραπέζι και μάζεψα τα σκισμένα χαρτιά και κατευθύνθηκα πάλι προς το παράθυρο. Βήματα ακουστήκαν στις σκάλες. Άνοιξα τις παλάμες νου και άφησα τα κομμάτια χαρτιού. Αυτά άρχισαν να χορεύουν στον άνεμο σαν ξερά φύλλα.

Κάποιος με αγκάλιασε. Γύρισα και αντίκρισα την Τερέζα.

«Χρόνια πολλά αδερφούλα!» αναφώνησε. Την αγκάλιασα γελώντας.

«Τι κοιτάς;» με ρώτησε μετά από λίγο αφού με ελευθέρωσε από την αγκαλιά της.

«Τίποτα. Το πόσο αέρα έχει.» απάντησα απλά και άτονα. Μετά, της διάβασα ένα από τα βιβλία. Θυμήθηκα τοις νύχτες που η μητέρα μας έφερνε εδώ για να μας διαβάσει παραμύθια.

Το απόγευμα, εκτός από τη συνηθισμένη παρτίδα σκακιού με τον πατέρα, το πέρασα πάλι στη βιβλιοθήκη. Ένιωθα λες και η καταστροφή του βιβλίου μου με καθιστούσε ελεύθερη.

Κάποιος άλλος ίσως πίστευε πως ένα απόγευμα στη βιβλιοθήκη θα ήταν ανιαρό και αρκετά βαρετό, μα όχι για εμένα. Ε βοήθησε να μη ν ξανασκεφτώ τίποτα άλλο, ευχάριστο ή δυσάρεστο μέχρι την ώρα του δείπνου, εκτός από την ιστορία της Ουγγαρίας. Μάταια η Τερέζα και η Σεσύλια με παρακαλούσαν να περάσω λίγο χρόνο μαζί τους.

Κατέβηκα τελευταία για δείπνο. Ζήτησα συγνώμη για την αργοπορία και δεν είπα τίποτα μέχρι που η Τερέζα ζήτησε να διοργανώσουμε μια γιορτή την επόμενη για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά μου.

«Ας είμαστε ρεαλιστές Τερέζα, ποιος θα επιθυμούσε να έρθει; Εκτός αυτού, έχουμε σταματήσει να γιορτάζουμε τα γενέθλιά μου εδώ και πολλά χρόνια.» απάντησα. Μου έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα και μπόρεσα κυριολεκτικά να διαβάσω τις σκέψεις της σαν ανοικτό βιβλίο.