Author's note: Αρχικά γραμμένο για τον ενδοσχολικό λογοτεχνικό διαγωνισμό του 2ου Πειραματικού Λυκείου Αθηνών.

Μέρος του ευρύτερου canonical κόσμου του Βασιλείου της Νυκτός.

Soon-to-be in English as well.


ΠΑΡ' ΑΣΠΙΔΑ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Ιλάειρα (Στρατηγός του βασιλείου της Νύχτας)

Θέρων (Στρατηγός του βασιλείου του Ερέβους)

Αμαλία (Λοχαγός του βασιλείου της Νύχτας)

Χορός (Στράτευμα ανδρών και γυναικών)

Στρατιώτης Α (Στρατιώτης του στρατού της Νύχτας)

Στρατιώτης Β (Στρατιώτης του στρατού του Ερέβους)


(Βγαίνει στη σκηνή η Ιλάιρα και κοιτά τριγύρω)

ΙΛΑΕΙΡΑ: Τα πέπλα της η Νύχτα η γοργόφτερη ακόμη ν' αποσύρει,

τον Ύπνο τον ακριβό στο τρομερό παλάτι να επιστρέψει,

και τη θέση της να δώσει στην Ημέρα και τη γλυκιά Ηώ.

Μέσα στις θύελλες του Ταρτάρου μόνον ετούτη η θεά

–γιατί θεοί έχουνε δαύτοι την αξίωση ν' αποκαλούνται-

θα 'βρισκε η σάτυρη σπιτικό.

Πελώριο και τρομερό ορθώνεται το παλάτι της, λένε,

στην άκρη της μαύρης γης που μονάχα άστρα σπέρνουνε

το φως, με δέος και με μέτρο, λες και φοβούνται κι αυτά

του Ταρτάρου την οργή σαν και τους αθανάτους όλους.

Μέσα απ' τ' ορειχάλκινο το τείχος κανένας δεν το θέλει

το ριζικό του να ξεφύγει, λαμπρό παράδειγμα του Ιαπετού ο γιος1,

που ακούραστος στην πλάτη του βαστάζει τον πλατύ ουρανό

μπροστά στις Εσπερίδες, κόρες δικές του και της Νύχτας

Χαίρεται η πανούργα μάνα τους τη δυστυχία,

αγαπά την ταραχή και παντού θε να τη σπέρνει

του Χάους η θυγατέρα και τα παιχνίδια της είναι άνθρωποι

και θεοί αδιακρίτως, μαϊμούδες που χορεύουν στο σκοπό

-από το Χάος γεννήθηκε και το Χάος επιζητεί-

Και τα παιδιά της τέτοια είναι, οι Όνειροι οι απατηλοί,

το Γήρας, η Νέμεση, η Απάτη, κι η Έριδα με τη σειρά της

δικά της τέκνα σπέρνει, τον Όρκο και τις Μάχες, το Λιμό.

Και να που σαν θα ξημερώσει, θα 'μαστε κι εμείς έτοιμοι

το Θάνατο να σπείρουμε, μαριονέτες καλοστημένες

για της Νύχτας και του Ερέβους, ανάθεμα, τα καμώματα.

Τα χρόνια αν έδιναν σοφία τότε περίμενες κι ετούτη κάποια

θα είχε απολαβή, αλλά μέχρι και τώρα ακόμα παιδιαρίζει.

Πρώτα θρόνο η αδίστακτη θεά δίπλα στου Ερέβους είχε

κι οι φοβεροί θεοί απολάμβαναν το χάος, από κοινού.

Αλλά ήταν η Νύχτα άστατη και το Έρεβος σκληρό.

Στωικά υπέμενε τα δικά της τερτίπια, δίχως μιλιά.

Μα η δύναμη του Άτλαντα την τράβηξε κοντά του

τ' Ουρανού το γόητρο πως της έκανε όλα τα χατίρια

κι αντί στου Ερέβους το κρεβάτι μαζί τους πλάγιασε.

Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που σμίξανε του Χάους

τα δυο βλαστάρια, του Έρωτα του γλυκού δουλειά κι αυτή

που το μυαλό θολώνει, έρμαιο αφήνοντας

στ' απαλά τα χέρια του ανθρώπους κι αθανάτους.

Τώρα δύο βασίλεια έχουν φτιάξει από το τίποτα,

από στάχτη και συντρίμμια και αδειανές ψυχές ανθρώπων

που με τρόπο πονηρό εξαγόρασαν από τον κόσμο

των νεκρών και αυτό των ζωντανών αντίστοιχα.

Αυτή ανθρώπους ξέκλεψε στη ζούλα μες το σκότος,

με δόλο υποσχόμενη τον πιο κρυφό μας πόθο.

Κι εκείνος από του Άδη τα λημέρια αγόρασε ψυχές,

με υπόσχεση βαρύτιμη, πως των ζωντανών τον κόσμο

και πάλι θα διαβούν. Τιμές καινές θα εισπράξουν.

Έτσι εμείς ήρθαμε ως εδώ, εκεί που κάποτε αποζητούσαμε

περισσότερα, δεν ξέραμε οι δόλιοι, ότι θα ήταν το τίμημα

πικρό για πλούτη και χάρισμα και αθάνατη ζωή.

Γενναίους οδηγώ απόψε στου πολέμου το κατώφλι,

γιατί στρατηγό μ' αξίωσαν στον αγώνα αυτόν τον άθλιο,

και Ιλάειρα 'ναι τ' όνομά μου.

(Είσοδος ΧΟΡΟΥ)

ΧΟΡΟΣ: Μάχη παρθενική, κυρά μου, σήμερα θα στήσουμε

άραγε για κάποιους θέλει να 'ναι και τελευταία

απ' του Ερέβους των ανδρών τις λόγχες και τα ξίφη

το τέλος μας αν είναι να βρούμε,

αφού με το μέρος της γοργόφτερης θεάς έγινε να ταχθούμε

σ' αυτή τη θεϊκή διαμάχη που όμοιά της, δεν ξανάγινε ποτέ.

ΙΛ: Για τη βασίλισσά μας πολεμώ, και όχι για την αφεντιά της

Την τιμή του βασιλείου θα υπερασπιστώ

και στον πόλεμο είμαι καλή αν εκείνη είναι στην πλάνη.

ΧΟ: Το σπαθί μου είναι ο φίλος κι ασπίδα ο αδελφός μου

η μάχη το σπίτι μου κι ο πόλεμος το μόνο που γνωρίζω.

(Βγαίνει στη σκηνή η Αμαλία, κοντοστέκεται και χαιρετά την Ιλάειρα στρατιωτικά, με τη δεξιά γροθιά στο στέρνο.)

ΙΛ: Ανάφερε.

ΑΜΑΛΙΑ: Στρατηγέ μου, η αποστολή επέστρεψε.

ΙΛ: Πώς είναι τα πράγματα, λοιπόν; Δεν έχουμε όλη μέρα.

ΑΜ: Για μας ευνοϊκά. Σε σύγχυση φαίνεται να βρίσκονται.

ΙΛ: Αστεία πράγματα. Στον πόλεμο τάχα δεν έχουν ξαναβγεί;

ΑΜ: Όχι, δεν είναι αυτό. Σάλος μεγάλος έχει γίνει.

ΙΛ: Περί ποίου ο λόγος;

ΑΜ: Άγνωστο το θέμα…

ΙΛ: Γιατί διστάζεις;

ΑΜ: Αφού επιμένεις θα το πω.

ΙΛ: Μίλα λοιπόν.

ΑΜ: Της αναστάτωσης, κυρά μου, επίκεντρο θε να 'σαι συ.

ΙΛ: Εγώ;

ΑΜ: Εσύ, εγώ και όλοι μας.

ΙΛ: Μίλα πιο καθαρά.

ΑΜ: Παραξενεύτηκαν τάχα, που γυναίκες έχουμε στο

στράτευμα, και μάλιστα υψηλόβαθμες. Λένε πως λόγος

υπάρχει ανώτερος να μη γίνονται οι γυναίκες στρατηγοί.

ΙΛ: Πράγματι.

ΑΜ: Αλήθεια; Ποιος;

ΙΛ: Μα για να μην ξεφτιλίζονται οι ίδιοι. Δεν θ' άντεχαν

κάποιον τα λάθη τους να λέει, τη βιασύνη. Τα όπλα τους

συνεπαίρνουν εύκολα και το αίμα των εχθρών περίσσεια.

ΑΜ: Θαρρούν τη νίκη έχουν σίγουρη, δική τους.

ΙΛ: Αχ. Δύστυχοι.

ΑΜ: Γελάς, κυρά μου. Εσένα υποτιμούν. Πράγματα πολλά

σκαρφίζονται και αίσχη.

ΙΛ: Τα μικρά μυαλά χρειάζονται απασχόληση, είναι αλήθεια.

Άσε τους να λένε. Τίποτα δεν μ' εκπλήσσει και λίγα είναι

αυτά που όντως να μην έχω κάνει στη ζωή μου ώστε τώρα

ποσώς τα λόγια τους μ' αγγίζουν.

ΑΜ: Το όνομα του βασιλείου αμαυρώνουν με τ' άθλια στόματά

τους. Μας χλευάζουν.

ΙΛ: Τον θυμό σου κράτα για τη μάχη λοχαγέ. Δεν θα γελούν

για πολύ ακόμα. Μα να που ξημερώνει. Είναι όλα έτοιμα;

ΑΜ: Όπως ορίσατε. Οι πάντες μάχιμοι κι ωραίοι. Τις ασπίδες

γυαλίσαμε από βραδύς, τις πανοπλίες το ίδιο, γενναίοι

οπλίτες και ιππείς, άνδρες άξιοι και γυναίκες. Τοξότες

έφιππους και μη έστειλα να καραδοκούν στα βράχια

τα ψηλά, άφαντοι απ' τη γη. Ένα μόνο μένει πράγμα,

αφού τα ιερά να τελεστούν δεν θα τολμούσαμε χωρίς εσένα,

της Νύχτας στερνή συναίνεση να στέρξουμε και του Έρωτα

του φτερωτού την εύνοια, γιατί στη μάχη είμαστε ένα2.

ΙΛ:Ας είναι λοιπόν, και στα όπλα να ριχτούμε αν αυτό είναι

που απόψε θέλει ο θεός

ΑΜ: Κυρά μου, η νίκη σ' εμάς ανήκει.

(Φεύγουν από τη σκηνή, μένει μόνο ο Χορός)

ΧΟ: -Στα όπλα, ανδρείοι. Στα όπλα στρατιώτες.

Η μαύρη νύχτα είναι τώρα η μάνα μας,

το βασίλειό της στερνό δικό μας σπιτικό.

Του Ερέβους η στρατιά άλλο μ' εμάς δεν θα γελά,

γιατί είναι η στρατηγός μας Σπαρτιάτισσα τρανή

κι ανόμοια με όποια άλλη έχουν ματαδεί,

αφού ζήσανε ως εδώ για να το πουν.

-Τη Σπάρτη άφησε παιδί, τη μάνα, τον πατέρα,

κόρη ακριβή που μια την είχε ο απαίσιος άνδρας.

Γιο δεν του χαρίσανε οι θεοί, κι όμως της Ιλάειρας

τ' αδέρφια ήσαν τα δυο αρσενικά, κι αυτά δεν

έστερξε να μάθει αν τέλος ανδρωθήκαν

ή μήπως συμφορά έπεσε άλλη μισητή.

-Κι αν έσφιξε το παιδί μικρό κι αθώο ακόμη, ανέγγιχτο

από του κόσμου τα δεινά, μαύρα μαλλιά στη χούφτα

και γύρεψε να μάθει αν τάχα την αδερφή θα ξαναδεί,

το χεράκι τ' απαλό ξέμπλεξε, ματάκια φίλησε ακριβά,

μα πίσω της δεν γύρισε να κοιτάξει ποτέ ξανά.

-Στη χώρα των Ελλήνων χρόνια πολλά πλανήθηκε, σε μέρη

έζησε ξένα, στην Κόρινθο, στον Πειραιά, στη χρυσή Αθήνα

κι εκεί τη βρήκε η θεά, στα καταγώγια να συχνάζει,

τα άνδρα της ντροπής, και τι σου 'ναι η ανθρώπινη ψυχή,

καρδιά μου, εσύ το ξέρεις, όταν άλλο να χάσεις δεν μένει.

-Σπίτι δικό της το βασίλειο της Νύχτας παρά δικό μας,

της βασίλισσάς μας σύμβουλος μεγάλη κι ακριβή,

η μόνη που σε ματιά παγωμένη το κεφάλι της δεν σκύβει.

Την ψέγει και την οδηγεί, η μία την άλλη, σύζυγος, έρως

κι αδελφή. Κομμάτι αναπόσπαστο στη μάχη η αρετή

που δεν θυμάμαι εγώ ποτέ, θαρρείς, να ήταν χώρια.

-Και τάξη χωρίς πολέμαρχο δεν θα 'ξερα,

μήτε και δίκη χωρίς αρχόντισσα λευκή,

που το άσπρο και το κόκκινο συνάμα είναι στο μαύρο.

-Στα όπλα θα ριχτούμε με την ανατολή, σε μάχης σχήμα,

τον παιάνα ψέλνοντας στον Άρη, με τα δόρατα σε προβολή

κι εχθροί ας μείνουν να τα γνωρίσουν αν τους βαστά η ψυχή

-Μάνα ύστερη κι αρχιστράτηγος είναι για μένα αυτή.

Κι αν είναι θέλημα στον Άδη εγώ να πάω, δίπλα της

ας δώσω την τελευταία μου πνοή.

-Στου κόσμου την απόκρημνη την άκρη θα κινούσα,

κυρά μου, με το σπαθί, μόνο να το ζητούσες.

(Πλησιάζει από μακριά ο Θέρων, έφιππος.)

ΘΕΡΩΝ: Ξημέρωσε κι η Νύχτα εχάθη, το μαύρο Έρεβος

σέρνοντας μαζί και τον πικρό τον Ύπνο,

τον Θάνατο αφήνοντας μαζί μας, φύλακές του.

Βγες έξω! αν είσαι άνδρας κι αν δεν είσαι.

Απέναντί μου στάσου κι έλα να μετρηθούμε

αν αντέχει η καρδιά σου να μην ραγίσει όταν ηττημένοι

εσείς διαβείτε της πόλης σας τα χάλκινα τα τείχη.

Βγες έξω! εσύ, για να σε δω, μαζί μου να μιλήσεις

κι οι φήμες λένε για σγουρά μαλλιά και μέλη μακριά.

ΧΟ: Αχ. Αχ. Τι φοβερό, τι θράσος,

Λες κι έχει θανάτου ευχή!

(Η Ιλάειρα επιστρέφει στη σκηνή, οπλισμένη.)

ΧΟ: Έβγα, κυρά μου! Τον άτιμο κοίτα.

Αλόγου χρίζει, πιο τρανός από σένα να φανεί!

ΙΛ: Ποιός φωνάζει; Εδώ είμαι, ορίστε, αφού επιμένεις

και πίσω να γυρίσεις σε συμβουλεύω αν μετρά έστω

και λίγο η ζωή σου.

Ώστε δεν μιλάς; Σου κόπηκε η λαλιά; Μπρος λοιπόν,

πράξε το σωστό και σώσε τους δικούς σου.

ΘΕ: Οι αριθμοί άλλα λένε, το ίδιο κι η εικόνα.

Τολμάς μαζί μου να γελάς, κάτω απ' το κράνος,

ή μήπως με τον εαυτό σου;

ΙΛ: Ο λόγος σου αζύγιστος, ω άνδρα. Ξανασκέψου.

ΘΕ: Οι απειλές σου δεν μετρούν. Αλλού δοκίμασέ τες.

Έγνοια σου, και ξέρω εγώ για σένα.

ΙΛ: Γνώριζε τον εχθρό σου… Εμπρός λοιπόν, ν' ακούσω.

ΘΕ: Της Λακεδαίμονος Ιλάειρα, στρατηγός είσαι, μα και μάνα.

Δυο παιδιά μαθαίνω έχεις φέρει στον κόσμο. .

ΙΛ: Καλά τα λες κι επικίνδυνος ο συνδυασμός.

Το όνομα ποιο είναι, άνδρα γνωστικού;

ΘΕ: Θέροντα με κράζουν.

ΙΛ: Το ζωντανό ξεπέζεψε, ω Θέρων. Μαζί μου αναμετρήσου.

ΘΕ: Από τους δυο μας μάλλον εσύ είσαι σε θέση μειονεκτική.

Τα παιδιά σου πού τα άφησες, γυναίκα, στη μάχη για να

'ρθεις, κι αν κρυώνουν, κι αν πεινούν να μη σε νοιάζει,

δεν σου πρέπει.

ΙΛ: Μωρέ κοιτάτε έναν ανδρείο. Ποιά ήταν η δική σου ευχή;

Τι αλήθεια σ' εσένα έταξαν οι θεοί; Τάχα σπίτι άφησες πίσω

ή βιος μεγάλο κι εχάθη; Γυναίκα και παιδιά; Δύσκολο.

Άραγε δόξες ψάχνεις ξεχασμένες, από μιαν άλλη ζωή;

Ποιο ήταν το αίσχος σου τρανότερο των άλλων, και

αρχηγό των παναθλίων σε χρίσαν, σκύλε. Θάνατο ωραίο

είχες, ή μήπως άσημο, για τα όρνεα το τομάρι σου τροφή;

ΘΕ: Σιώπα πια. Τα λόγια σου είναι βαριά. Δεν έχεις ιδέα.

ΙΛ: Δίχτυα αδειανά έριξα, καημένε, κι εσύ έπεσες μέσα.

ΘΕ: Το μειδίαμα πάρε απ' το πρόσωπο, ω χειρίστη.

Κι από το ζώο θα κατέβω, αφού γυρεύοντας έτσι πηγαίνεις.

ΙΛ: Εσύ κι εγώ ας ήταν να το λύναμε, οι δυο μας εδώ και τώρα.

Μα κι όρκο ιερό να δίναμε, θέλει διασκέδαση ο θεός,

και τίποτα λιγότερο από αίμα.

ΘΕ: Ο λόγος σου σωστός. Ωστόσο εσύ κι εγώ μονάχοι ας

χτυπηθούμε, χώρια απ' το στράτευμα, εδώ, να.

ΙΛ: Διόσκουροι, λόγο μεγάλο είπες ανδρείε.

ΘΕ: Χρόνο σου δίνω να κάνεις πίσω, αν θες.

ΙΛ: Ποτέ. Ό,τι ειπώθηκε ειπώθηκε, κι έτοιμη ας μην ήμουν.

ΘΕ: Πίσω απ' την ασπίδα σου κρύψου, και δεν σε σώζει

μήτε άνθρωπος μήτε και θεός. Γιατί 'ναι γνωστικοί

και ξέρουν το μέρος του καλύτερου να λάβουν.

ΙΛ: Ω δειλότατο συ θηρίο, ένας που είσαι δεν μου φτάνει!

Για τρεις πάλεψε ή και τέσσερεις αν μπορείς.

ΘΕ: Να το πιστέψω δύσκολο, μα δεν θα σου χαριστώ.

Όι. Τι κάνεις; Την ασπίδα σου χαμέ πετάς;

ΙΛ: Τους θεούς καλά θα κάνεις να τους ξεχάσεις όπως κάνουν

κι αυτοί, γιατί πλάνη οικτρά πλανάσαι αν πιστεύεις έστω για

μια στιγμή πως είσαι γι' αυτούς πάνω απ' τη λάσπη,

στο ρούχο τους βρωμιά, εσύ κι άνθρωποι όλοι.

Και χτύπημα αν μπορέσεις στο μέρος μου να στείλεις,

άξιο θα σε θεωρήσω, κι ένα φιλικό κερδίζεις χτύπημα στην πλάτη.

ΘΕ: Τα λόγια σου είναι απόλυτα. Θαρρώ δεν σκέφτεσαι ορθά.

Αλίμονο στους αφελείς και ακόμα στους αχάριστους

που τη δύναμή αυτών υποτιμούν, μεγάλος ο χαμός τους

φύλακα αν δεν έχουν απ' τη θεϊκή οργή. Γιατί έχουν οι θεοί

μάτια κοφτερά σαν από γεράκι, αφτιά που τίποτα δεν

ξεγελά ώστε τα πάντα έτσι με μιας γνωρίζουν.

Τη γυναίκα κανείς να μην αγγίξει, ακούτε; Για το δικό μου

μονάχα είναι σπαθί.

ΙΛ: Κι εσείς το ίδιο. Στρατηγός έγνοια στρατηγού ας είναι.

ΘΕ: Μα τους θεούς, ας νικήσει ο καλύτερος.

(Βγαίνουν από τη σκηνή. Μένει μόνο ο χορός.)

ΧΟ: -Το κριάρι φέρτε γρήγορα3, απ' τα κέρατα τραβήξτε,

δικό του ας είναι το αίμα που πρώτο τη γη θα βάψει,

από το χέρι της Ιλάειρας θυσία στους φοβερούς θεούς.

-Όποιος τολμά αυτήν να πει λιγότερο άξια απ' τη φύση,

μεγάλο λάθος κάνει να νομίζει τη σοφή Παλλάδα

μικρότερης αξίας από τον ανδροφόνο Άρη.

-Τον αυλό παίξε, αυλητή, το σήμα εδόθη.

-Από το χάλκινο το άρμα βγαίνουν του Άρη οι δυο γιοι

της μάχης πάντα παραστάτες, ο Φόβος και ο Δείμος,

κι η γη που στέκουν οι εχθροί απ' τα βήματά μας σειέται.

-Πάντα παρών ο φιλαίματος θεός στης μάχης το πεδίο,

στο στοιχείο του κι απ' τον Απόλλωνα πιο όμορφος ακόμα,

μα κάλιο δίπλα μου ας έχω Πρόμαχο την Αθηνά.

-Τα δόρατα σε προβολή, στρατιώτες, τα σπαθιά ετοιμάστε!

-Αν είναι θεός να μ' απατά, ποτέ μη γίνω μάρτυς του.

Αν πάλι ένας θνητός με παίζει, ας είναι για καλό μου

κι αν είναι ο στόχος μακρινός, ξέρω, τουλάχιστον, υπάρχει.

-Κι αν σε παζάρεψα, ψυχή μου, καμιά φορά περίσσεια,

συγχώρεσε με, μα είμαι αδύναμος, τα πάθη μου ανθρώπινα,

κι αφού στη μάχη έφτασα, σπαθί μου, θα παλέψω.

-Εμπρός, στρατιώτες! Τώρα μη σταματάτε!

-Το φως, είθισται, ο άνθρωπος να έχει οδηγό του

μα κι αν να ακόμα βρεθεί στο σκότος να βαδίζει

δίχως γυρισμό, ας γίνει αυτό το φως του.

- Παιχνίδι παίζει το σκότος με το φως, εγώ στη μέση

ώστε χέρια φιλικά με χαιρετούν, κι εγώ αντικρίζω φίδια,

η αλήθεια μου μονάχα μια σκιά που πάλλεται στον τοίχο.

-Πίσω τους τρέξτε! Να μην ξεφύγουν!

- Μια μέρα ακόμα αν ζήσω προσεύχομαι το ίδιο και για

σένα, έτσι όπως κρίνονται όλα εδώ, στης μάχης το πεδίο,

σ' αυτό και στο επόμενο αλλά και σ' αυτό μετά από κείνο.

-Η Νύχτα και το Έρεβος την έκβαση ας χαρούν.

Η δίψα των θεών αν κατευνάστηκε, ευτύχημα θα είναι,

κι ας ήτανε η γιατρειά μονάχα αίμα.

(Ο Χορός αποχωρεί. Μπαίνουν δυο στρατιώτες από αντίθετη κατεύθυνση

κρατώντας όπλα των πεσόντων.)

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ Α: Έι, εσύ, ακίνητος. Δικός μας είσαι ή εχθρός;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ Β: Απ' του Ερέβους τη στρατιά. Εσύ της Νύχτας.

ΣΤ.Α: Ναι. Κι αν νομίζεις θα σε φοβηθώ μεγάλο έχεις λάθος.

ΣΤ.Β: Βάλτο μέσα το σπαθί. Η μάχη τέλειωσε. Αν δεν μ' αγγίξεις

δεν σ' αγγίζω ούτε κι εγώ.

ΣΤ.Α: Αλήθεια, τέλος… Τι τέλος ήτανε αυτό; Κατάλαβες εσύ;

ΣΤ.Β: Νικήσαμε. Είναι ξεκάθαρο.

ΣΤ.Α: Α μπα? Αλλιώς τα ξέρω εγώ.

ΣΤ.Β: Τότε τι ρωτάς εμένα, μικρέ; Όσα ξέρεις, ξέρω.

ΣΤ.Α: Μα ποιος πράγματι νίκησε; Ή ήμαστε τάχα ισόπαλοι;

ΣΤ.Β: Αν είναι έτσι όπως τα λες κι απ' ό,τι βλέπω εδώ πέρα

οι δυο στρατιές ισάξιες αποδείχθηκαν για την ώρα.

Η νίκη μόνο από τους αρχηγούς μας μπορεί πλέον

με σιγουριά να κριθεί.

ΣΤ.Α: Δύσκολο… Μεταξύ μας, ε;

ΣΤ.Β: Ποιος θα πιστέψει πως πιάσαμε ψιλή κουβέντα;

ΣΤ.Α: Η Ιλάειρα μες τη σκηνή της κλείστηκε ώρες τώρα,

Με δυσκολία άφησε τους λοχαγούς μέσα. Ωστόσο,

τραύμα σοβαρό δεν είδε κανείς· μονάχα οργή.

Λίγο έλειψε να τα σπάσει όλα εκεί μέσα.

ΣΤ.Β: Είναι η πληγή βαθύτερη, φαίνεται. Η τιμή τους.

Κι ο δικός μας δεν πάει πίσω. Παρά λίγο με την ασπίδα

να χτυπήσει στο κεφάλι ένα στρατιώτη, φίλο μου.

Στον τόπο θα τον άφηνε αν δεν τον σταματούσαν.

ΣΤ.Α: Τι να σημαίνουν όλα αυτά;

ΣΤ.Β: Στην ώρα τους θα μάθουμε, φίλε μου.

ΣΤ.Α: Και τρόπαιο ποιος θα στήσει; Μήπως θα περιμένουμε;

ΣΤ.Β: Μάλλον θα στήσουν και οι δύο, με κάποια απόσταση.

Ο Θέρων πάντως είναι αδιάλλακτος.

ΣΤ.Α: Η Ιλάειρα το ίδιο. Δεν νομίζω κανείς από τους δύο να

κάνει πίσω, αν είναι θέμα τιμής.

ΣΤ.Β: Καλές οι υποθέσεις αλλά καλύτερα να πηγαίνω τώρα…

Κι εσύ κάνε το ίδιο. Κοίτα μην πεις σε κανέναν

ΣΤ.Α: ότι σου μίλησα; Έγνοια σου, και τη θέλω τη ζωή μου. Θα

πω ότι σε σκότωσα στην ψύχρα και ποτέ δεν κάναμε αυτή

την κουβέντα.

ΣΤ.Β: Ποια κουβέντα; Μη γελάς και φύγε. Δρόμο.

ΣΤ.Α: Χαίρε, φίλε μου, κι ας είσαι από αύριο ξανά εχθρός μου.

FIN.


Υποσημειώσεις:

1 Ο Άτλας

2 Ο σπαρτιατικός στρατός συνήθιζε να θυσιάζει στον θεό Έρωτα πριν από τη μάχη.

3 Ανάμεσα στις πολυποίκιλτες θυσίες που τελούνταν πριν τη μάχη, η τελευταία γινόταν ενώπιων του εχθρού, γρήγορα και σαφώς χωρίς να καούν τα σφάγια.